ευθυμία

Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Μία από τις Μαινάδες, που κρατούσε αναμμένη δάδα στο αριστερό χέρι και κύμβαλο στο δεξί. 2. Προσωποποίηση της ομώνυμης κατάστασης, δηλαδή της χαρούμενης διάθεσης. Βάθρο αγάλματός της βρέθηκε στις Eρυθρές της Μικράς Ασίας.
* * *
η (ΑΜ εὐθυμία) [εύθυμος]
η ιδιότητα τού εύθυμου, η καλή διάθεση, η ευχαρίστηση, η ικανοποίηση
μσν.- νεοελλ.
1. διασκέδαση
2. ευχάριστη διάθεση που φέρνει η μέθη
αρχ.
η γαλήνη τής ψυχής, η ψυχική ισορροπία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ευθυμία — η Евфимия – 1) имя некоторых святых жен Православной Церкви; 2) женское имя …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • εὐθυμία — εὐθῡμίᾱ , εὐθυμία cheerfulness fem nom/voc/acc dual εὐθῡμίᾱ , εὐθυμία cheerfulness fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθυμίᾳ — εὐθῡμίαι , εὐθυμία cheerfulness fem nom/voc pl εὐθῡμίᾱͅ , εὐθυμία cheerfulness fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευθυμία — η 1. το να είναι κανείς εύθυμος, χαρούμενος. 2. χαρούμενη ψυχική κατάσταση. 3. ευδιαθεσία εξαιτίας μέθης: Ήπιε λίγο και ήρθε σε ευθυμία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ευθυμία — [эфтимиа] ουσ. Θ. веселье, весёлость …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Αγία Ευθυμία — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 450 μ., 597 κάτ.) στην πρώην επαρχία Παρνασσίδας του νομού Φωκίδος. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Άμφισσας …   Dictionary of Greek

  • ЭВТЮМИЯ —     ЭВТЮМИЯ (греч. εὐθυμία, от εὐ благо, θυμός дух): «хорошее расположение духа», «благодушие» один из терминов, изобретенных Демокритом для обозначения счастья: «счастье же он называет и эвтюмией, и благосостоянием (εύεστώ), и гармонией, и… …   Античная философия

  • Agia Efthymia — Αγία Ευθυμία Location …   Wikipedia

  • благодоушиѥ — БЛАГОДОУШИ|Ѥ (11), ˫А с. Спокойствие, радость: и нимъ ||=вс˫а скьрбьна˫а. съ бл҃год҃шиѥмь. д҃ши тьрп˫аахоу. (σὺν εὐϑυμίᾳ ψυχῆς) ЖФСт XII, 68 об. 69; его же ради пришьдъ... срачицю съ бл҃год҃шиѥмь д҃шевьнымь съвлѣкоуща. и плъть дающа на биѥниѥ.… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • ευθυμώ — (ΑΜ εὐθυμῶ, έω) [εύθυμος] είμαι εύθυμος, βρίσκομαι σε εύθυμη, σε χαρούμενη κατάσταση νεοελλ. βρίσκομαι σε ελαφρά μέθη («ήπιε λίγο κρασί και ευθύμησε») μσν. 1. χαίρομαι 2. ξενοιάζω αρχ. 1. κάνω κάποιον εύθυμο, προκαλώ ευθυμία σε κάποιον 2. παθ.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.